ΡΩΤΑΤΕ - ΑΠΑΝΤΑΜΕ: Τσιμπούρια - πόσο πιθανό είναι να νοσήσουμε;

Τα τσιμπούρια (κρότωνες) ζουν κατά εκατομμύρια ανάμεσά μας, προσκολλώνται σε ζώα (κυρίως κατοικίδια και οικόσιτα) και ανθρώπους και «τρέφονται» από αυτά. Όταν βρεθούν κοντά στον άνθρωπο σκαρφαλώνουν στο δέρμα και προσκολλώνται για να τραφούν με το αίμα του. Μπορεί να μείνουν εκεί προσκολλημένα για μέρες αν δεν τα αντιληφθεί ο άνθρωπος πριν αποκολληθούν και πέσουν. Σύμφωνα με τους ειδικούς του ΚΕΕΛΠΝΟ, ο κίνδυνος προσβολής των ανθρώπων από νοσήματα που μεταδίδονται με τσιμπούρια είναι πολύ μικρός, υπαρκτός όμως, ειδικά το καλοκαίρι που ερχόμαστε σε επαφή με τη φύση.


Τα τσιμπούρια μπορούν να μολύνουν τους οργανισμούς όπου προσκολλώνται με βακτήρια, ιούς και παράσιτα και να προκαλέσουν σοβαρές έως και θανατηφόρες ασθένειες.
Ανάλογα με το είδος τους, μεταδίδουν ασθένειες όπως τη νόσο του Lyme (βορρελίωση) και την εγκεφαλίτιδα (δάγκειος ή αιμορραγικός πυρετός Κριμαίας). Τα τσιμπούρια είναι ιδιαίτερα ενεργά το διάστημα από τις αρχές Μαρτίου μέχρι και το τέλος Νοεμβρίου.

Επειδή το δάγκωμα είναι γενικά ανώδυνο, ένα τσιμπούρι μπορεί να γίνει αντιληπτό αρκετό χρόνο αφότου προσκολληθεί. Το σημαντικό, ωστόσο, είναι να αφαιρεθεί το τσιμπούρι όσο το δυνατό νωρίτερα, καθώς μελέτες έχουν δείξει πως οι διάφοροι νοσογόνοι παράγοντες σπανίως μεταδίδονται εφόσον το τσιμπούρι έχει παραμείνει για λιγότερο από 24 ώρες, ενώ αντίθετα, ο κίνδυνος μετάδοσης αυξάνεται αρκετά μετά από 24 ώρες και ακόμα περισσότερο μετά από 48 ώρες.
Ο κίνδυνος νόσησης εξαρτάται από τη γεωγραφική περιοχή, την εποχή του έτους, το είδος του τσιμπουριού, ενώ για τη νόσο του Lyme εξαρτάται από το χρόνο προσκόλλησης του τσιμπουριού στο δέρμα.

Τα τσιμπούρια επιβιώνουν σε πολλά μέρη, προτιμούν όμως τα ελαφρώς υγρά και σκιερά περιβάλλοντα. Βρίσκονται στην ύπαιθρο, σε λιβάδια, δάση, θαμνότοπους, βαλτότοπους αλλά και σε αστικά πράσινα σημεία, όπως πάρκα, κήπους. Δεν πετούν και δεν πηδούν, αλλά προσκολλώνται στο δέρμα του ανθρώπου ή του ζώου μόλις τους το επιτρέψουν οι συνθήκες, πχ η επαφή, η εγγύτητα. Έτσι, για παράδειγμα, είναι εύκολο ένα τσιμπούρι να προσκολληθεί από το γκαζόν στο εκτεθειμένο δέρμα  ή από το τρίχωμα ενός ζώου όπως του σκύλου στο χέρι του ανθρώπου που το χαϊδεύει. Προτιμούν τα υγρά και ζεστά μέρη του ανθρώπινου σώματος, όπως τις μασχάλες, τη βουβωνική χώρα, την περιοχή γύρω από τα αυτιά και γενικά γύρω από το τριχωτό της κεφαλής, μέσα στους αγκώνες και πίσω από τα γόνατα, τον αφαλό, ανάμεσα στα δάχτυλα, γύρω από τη μέση και τις περιοχές που καταλήγουν τα ρούχα. 

Για να αποφύγουμε την επαφή με τα τσιμπούρια:
-Αποφεύγουμε την παρατεταμένη παραμονή στην ύπαιθρο, σε δασικές, θαμνώδεις περιοχές και σε λιβάδια με πυκνή βλάστηση και σωρούς φύλλων.
-Φοράμε φαρδιά, άνετα ρούχα, κατά προτίμηση ανοιχτόχρωμα, ώστε να εντοπίσουμε το τσιμπούρι σε αυτά. Προτιμούμε τα μακριά παντελόνια, τις μπλούζες με μακριά μανίκια και τα κλειστά παπούτσια, ώστε να μην είναι το δέρμα μας πολύ εκτεθειμένο.
-Χρησιμοποιούμε εντομοαπωθητικό για να καλύψουμε τις ακάλυπτες περιοχές του δέρματος. Στα παιδιά, φροντίζουμε να καλύπτουμε το δέρμα τους με τα κατάλληλα προϊόντα που θα μας συστήσει ο παιδίατρος.
-Αν έχουμε κατοικίδια, φροντίζουμε τακτικά για την αποπαρασίτωσή τους και τα ελέγχουμε καθημερινά για τσιμπούρια, ειδικά μετά την παραμονή τους σε εξωτερικούς χώρους.
-Φροντίζουμε τον εξωτερικό χώρο του σπιτιού σας, ειδικά αν έχουμε κήπο, ώστε να προσελκύει λιγότερα τσιμπούρια. Απομακρύνουμε τα φύλλα, κουρεύουμε τακτικά το γκαζόν και καθαρίζουμε τον κήπο από φύλλα, χόρτα, κλαδιά και υπολείμματα.

Μετά από βόλτες, εκδρομές και άλλες δραστηριότητες στη φύση, ελέγχουμε τα επίμαχα σημεία του σώματος για τυχόν τσιμπούρια. Το ντους επιβάλλεται και μάλιστα όσο πιο γρήγορα γίνει μετά την επιστροφή στο σπίτι, τόσο το καλύτερο, αφού το τρεχούμενο νερό μπορεί να απομακρύνει το τσιμπούρι που δεν έχει προλάβει να προσκολληθεί. Εάν ωστόσο, το τσιμπούρι αποδειχτεί πιο γρήγορο, τότε μετά τον εντοπισμό του, πρέπει να απευθυνθούμε σε ειδικό, επαγγελματία υγείας για την αφαίρεσή του.
Σε κάθε περίπτωση, όταν υπάρχει υπόνοια για τσιμπούρι, πρέπει να παρακολουθούμε την υγεία μας. Οι ειδικοί του ΚΕΕΛΠΝΟ επισημαίνουν ότι η τυχόν μόλυνση εκδηλώνεται μέσα σε δύο έως έξι εβδομάδες μετά την προσκόλληση και το τσίμπημα του τσιμπουριού. Συμπτώματα όπως πυρετός, πόνοι στους μυες, εξάνθημα, πονοκέφαλος, νευρολογικές διαταραχές, πρέπει να μας οδηγήσουν αμέσως στον γιατρό για περαιτέρω έλεγχο και εξετάσεις.


Όταν εντοπίσουμε τσιμπούρι, για να μην αυξήσουμε τις  πιθανότητες μόλυνσης, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ σε καμία περίπτωση:
-Να βάλουμε ουσίες όπως οινόπνευμα, πετρέλαιο, ξυλοκαϊνη, ασετόν, λάδι, κλπ επάνω στο τσιμπούρι, καθώς αυτό αυξάνει και τις πιθανότητες το τσιμπούρι να εγχύσει σίελο μαζί με μικρόβια και τοξίνες στο δέρμα μας
-Να επιθέσουμε κάτι ζεστό επάνω στο τσιμπούρι ή να το κάψουμε όσο είναι προσκολλημένο
-Να πιέσουμε ή συνθλίψουμε το σώμα του τσιμπουριού πριν την αφαίρεσή του από το δέρμα
-Να το αγγίξουμε με γυμνά χέρια
-Να χρησιμοποιήσουμε αιχμηρή λαβίδα ή αιχμηρό τσιμπιδάκι για να το αφαιρέσουμε. 


επιμέλεια: ΠΥΘΙΑ

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H διατροφή μετά τον απογαλακτισμό επηρεάζει την πιθανότητα εμφάνισης Κοιλιοκάκης.

Νύχι που μπαίνει στο δέρμα: Τα σωστά βήματα αντιμετώπισης

Κινητό δίπλα στο κρεβάτι: Ποια προβλήματα προκαλεί στον ύπνο